Σε δύο άξονες κινούνται τα μέτρα της κυβέρνησης για τη στήριξη της ενεργοβόρου βιομηχανίας: Ο πρώτος πυλώνας αφορά το κόστος αντιστάθμισης άνθρακα, ενώ ο δεύτερος τις χρεώσεις ΥΚΩ που «ψαλιδίζονται» κατά 50% για 23.000 επιχειρήσεις. Παράλληλα, προβλέπονται μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας, μέσω αξιοποίησης πόρων από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού, με επιχορηγήσεις για επενδύσεις που στοχεύουν σε εξοικονόμηση ενέργειας και αναβάθμιση του παραγωγικού εξοπλισμού.
Όπως τονίστηκε από τους υπουργούς Περιβάλλοντος & Ενέργειας και Ανάπτυξης, Σταύρο Παπασταύρου και Τάκη Θεοδωρικάκο και τον Υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο, κατόπιν συνάντησης στο ΥΠΕΝ με τον Πρόεδρο του ΣΕΒ, Σπύρο Θεοδωρόπουλο, η κυβέρνηση υλοποιεί τη δέσμευσή της να σταθεί δίπλα στη βιομηχανία, αναζητώντας πρόσθετα εργαλεία ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας μέσα σε ένα ισορροπημένο δημοσιονομικό πλαίσιο με ευρύτερο κύκλο ωφελουμένων. Όπως αναφέρθηκε, η στήριξη της βιομηχανίας συνδέεται άμεσα με τη στήριξη της οικονομίας και των θέσεων εργασίας, προς όφελος της κοινωνίας συνολικά.
Δέσμη μέτρων
Στο πλαίσιο αυτό ανακοινώθηκε δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους των βιομηχανιών, έπειτα από εξάμηνη διαπραγμάτευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να διαμορφωθεί ένα ασφαλές και συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο πλαίσιο στήριξης, το οποίο δεν θα δημιουργεί κινδύνους αμφισβήτησης στο μέλλον.
Οι παρεμβάσεις αναπτύσσονται σε δύο βασικούς άξονες. Από τη μία πλευρά, εξασφαλίζονται 100 εκατ. ευρώ ετησίως για την επόμενη πενταετία, με στόχο την ελάφρυνση του ενεργειακού κόστους όχι μόνο για τη βαριά ενεργοβόρο βιομηχανία, αλλά και για περίπου 23.000 βιομηχανίες και βιοτεχνίες. Από την άλλη, σε συνεργασία με το Υπουργείο Ανάπτυξης, δρομολογείται η απορρόφηση 200 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού, τα οποία θα κατευθυνθούν σε δράσεις ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.
Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι η κυβέρνηση παραμένει σε εγρήγορση λόγω των διεθνών εξελίξεων και της ενεργειακής αβεβαιότητας.
Το πρόγραμμα του Ταμείου Εκσυγχρονισμού
Αναφορικά με το σκέλος του Υπουργείου Ανάπτυξης, τονίστηκε ότι η ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα, καθώς συνδέεται με την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά και με τη βελτίωση των εισοδημάτων των εργαζομένων.
Το πρόγραμμα του Ταμείου Εκσυγχρονισμού για το 2026, ύψους 200 εκατ. ευρώ, θα υλοποιηθεί μέσω επιχορηγήσεων, με επιλέξιμα επενδυτικά σχέδια που εντάσσονται στο πλαίσιο των στρατηγικών επενδύσεων. Βασική προϋπόθεση θα είναι η επίτευξη τουλάχιστον 10% εξοικονόμησης ενέργειας.

Η σχετική πρόσκληση αναμένεται να δημοσιευθεί τον Ιούνιο, ενώ ενισχύσεις θα μπορούν να λάβουν, μεταξύ άλλων, κλάδοι όπως το αλουμίνιο, ο χαλκός, ο σίδηρος, οι μεταλλικές κατασκευές, το τσιμέντο, το χαρτί, η ξυλεία και η χημική – συμπεριλαμβανομένης της φαρμακευτικής – βιομηχανία.
Επιλέξιμες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν, ενδεικτικά, τον εξηλεκτρισμό θερμικών διεργασιών, την αναβάθμιση εξοπλισμού και κτηρίων, καθώς και τη βελτίωση συστημάτων όπως ο πεπιεσμένος αέρας και η βιομηχανική ψύξη.

Αντιστάθμιση άνθρακα και ΥΚΩ
Σε ό,τι αφορά το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, διευκρινίστηκε ότι ο πρώτος πυλώνας σχετίζεται με τον μηχανισμό αντιστάθμισης του κόστους άνθρακα, μέσω του οποίου επιστρέφεται στις ενεργοβόρες βιομηχανίες μέρος του κόστους εκπομπών που ενσωματώνεται στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Ο μηχανισμός αυτός βασίζεται σε συγκεκριμένους συντελεστές που εξαρτώνται και από το ενεργειακό μείγμα κάθε χώρας, γεγονός που επηρεάζει το ύψος της ενίσχυσης.
Στο πλαίσιο αυτό, μετά από διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο συντελεστής αντιστάθμισης διαμορφώνεται στο 0,82 για την περίοδο 2026–2030, αντί της χαμηλότερης τιμής που είχε αρχικά προβλεφθεί λόγω απολιγνιτοποίησης, διασφαλίζοντας επιπλέον στήριξη περίπου 75 εκατ. ευρώ ετησίως για τις περίπου 40–50 μεγαλύτερες ενεργοβόρες βιομηχανίες της χώρας.

Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τις χρεώσεις ΥΚΩ, δηλαδή τις επιβαρύνσεις που χρηματοδοτούν, μεταξύ άλλων, την εξίσωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ διασυνδεδεμένου συστήματος και νησιών, καθώς και τη στήριξη των ευάλωτων καταναλωτών μέσω του κοινωνικού τιμολογίου. Οι χρεώσεις αυτές διαφοροποιούνται ανάλογα με την κατηγορία και το επίπεδο κατανάλωσης.
Από την 1η Ιουλίου 2026 προβλέπεται μείωση κατά 50% για τη βιομηχανία, με το μέτρο να καλύπτει περίπου 23.000 καταναλωτές και να έχει ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 26 εκατ. ευρώ, οδηγώντας σε σημαντική μείωση των σχετικών επιβαρύνσεων ανάλογα με το εύρος κατανάλωσης.









