Μια έντονη πολιτική και επιχειρηματική αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει τις τελευταίες ημέρες με φόντο μια μεγάλη επένδυση αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) που είχε σχεδιαστεί να υλοποιηθεί στην Πτολεμαΐδα.
Από τη μία πλευρά, δημοσιεύματα κάνουν λόγο για ένα «ολέθριο σαμποτάζ» της ελληνικής γραφειοκρατίας που οδήγησε στην απώλεια ευρωπαϊκών κονδυλίων ύψους 117 εκατομμυρίων ευρώ. Από την άλλη πλευρά, ο αρμόδιος Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, παρεμβαίνει δημόσια και ξεκαθαρίζει τη θέση της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι το συγκεκριμένο έργο απαιτούσε υπέρογκες κρατικές ενισχύσεις που θα επιβάρυναν τον Έλληνα φορολογούμενο.
Το ιστορικό της επένδυσης και οι κατηγορίες για «χαμένη ευκαιρία»
Σύμφωνα με την κριτική που ασκείται (όπως αναδείχθηκε σε δημοσίευμα του Liberal.gr), ελληνική εταιρεία σχεδίασε το μεγαλύτερο έργο αποθήκευσης ενέργειας μακράς διάρκειας στη Μακεδονία, επιλέγοντας ως έδρα την Πτολεμαΐδα – μια περιοχή που πλήττεται από την απολιγνιτοποίηση και έχει άμεση ανάγκη από νέες θέσεις εργασίας και επενδύσεις.
Το έργο υποβλήθηκε απευθείας στις Βρυξέλλες (μέσω του προγράμματος CEF – Connecting Europe Facility). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφού αξιολόγησε τη βιωσιμότητά του, ενέκρινε τη χρηματοδότησή του με 117 εκατομμύρια ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι ο Έλληνας επενδυτής θα εισέφερε άλλα 125 εκατομμύρια ευρώ από δικά του κεφάλαια.
Ωστόσο, για να οριστικοποιηθεί η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, απαιτούνταν μια τυπική υπογραφή στήριξης από την ελληνική κυβέρνηση. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο Υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος αρνήθηκε να υπογράψει, με αποτέλεσμα να παρέλθει η σχετική προθεσμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτή την εβδομάδα, τα 117 εκατομμύρια ευρώ να «κάνουν φτερά» για άλλη ευρωπαϊκή χώρα και η επένδυση στην Πτολεμαΐδα να οδηγείται σε ναυάγιο.
Η πλευρά των επικριτών τονίζει ότι οι μπαταρίες αποθήκευσης είναι απαραίτητες για τη σταθερότητα του ηλεκτρικού δικτύου, ώστε να μην «πετάμε» τη δωρεάν ενέργεια από τις ΑΠΕ το μεσημέρι και να μην αναγκαζόμαστε να εισάγουμε πανάκριβο ρεύμα το βράδυ από γειτονικές χώρες (όπως η Βουλγαρία), επιβαρύνοντας τους λογαριασμούς των νοικοκυριών.
Η απάντηση του Υφυπουργού Νίκου Τσάφου: «Γιατί το συγκεκριμένο έργο να τύχει ειδικής μεταχείρισης;»
Απαντώντας άμεσα στα δημοσιεύματα μέσω της πλατφόρμας LinkedIn, ο Υφυπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος, Νίκος Τσάφος, παρουσίασε τα δικά του στοιχεία, αποδομώντας το αφήγημα περί «τυπικής υπογραφής» και εξηγώντας τους λόγους της απόρριψης:
- Υπέρογκες απαιτήσεις για κρατική ενίσχυση: Ο κ. Τσάφος αποκάλυψε ότι το συγκεκριμένο έργο δεν ήταν «δωρεάν» για το κράτος, καθώς είχε ζητήσει απευθείας κρατική στήριξη ύψους 249 εκατομμυρίων ευρώ (σε βάθος δεκαετίας) για μια συνολική επένδυση 271 εκατομμυρίων ευρώ.
- Αθέμιτος ανταγωνισμός: Η στήριξη που ζητήθηκε ήταν κατά 33% μεγαλύτερη σε σχέση με τα ποσά που δόθηκαν σε άλλα αντίστοιχα έργα αποθήκευσης μέσω των επίσημων διαγωνισμών (συμπεριλαμβανομένου του τρίτου διαγωνισμού που αφορούσε αποκλειστικά τις υπό απολιγνιτοποίηση περιοχές).
- Υπάρχουν επενδυτές χωρίς κρατική ενίσχυση: Ο Υφυπουργός έθεσε το ερώτημα γιατί το κράτος να χρηματοδοτήσει ένα τόσο ακριβό έργο, τη στιγμή που πλέον υπάρχουν πολλοί άλλοι επενδυτές που επιθυμούν να προχωρήσουν σε έργα αποθήκευσης χωρίς να ζητούν ούτε ένα ευρώ κρατικής ενίσχυσης.
- Δεν υπήρχε «εξασφαλισμένη» χρηματοδότηση: Διευκρίνισε ότι το έργο δεν είχε εξασφαλίσει τα 117 εκατ. ευρώ, αλλά βρισκόταν απλώς σε φάση αίτησης, όπου διαγωνιζόταν με άλλα ευρωπαϊκά έργα. Η Ελλάδα επιλέγει να προτάσσει σε αυτές τις διαδικασίες πιο καινοτόμα έργα (π.χ. υδρογόνο, δέσμευση άνθρακα) που δεν έχουν εναλλακτικές διόδους χρηματοδότησης.
Κλείνοντας, ο κ. Τσάφος υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση ακολουθεί μια συγκεκριμένη και διαφανή στρατηγική για την αποθήκευση ενέργειας, έχοντας μάλιστα ανακοινώσει επιπλέον 200 εκατομμύρια ευρώ μέσω ανοιχτών διαγωνιστικών διαδικασιών, καταλήγοντας στο ερώτημα: «Γιατί αυτό το έργο είναι τόσο ξεχωριστό ώστε να δικαιολογεί μια τόσο ειδική μεταχείριση σε σχέση με όλα τα άλλα έργα στη χώρα;»










