Κήρυγμα Κυριακής ΣΤ΄ Ματθαίου
(Κυριακή 12 Ιουλίου 2026)
Ο Χριστός συνεχίζει την ευεργετική του παρουσία ανάμεσα στους ανθρώπους, θεραπεύοντας σήμερα στην Καπερναούμ, «εις την ιδίαν πόλιν» όπως λέγεται, έναν παράλυτο άνθρωπο. Το θαύμα αυτό τοποθετείται αμέσως μετά την επιστροφή του Ιησού από τη χώρα των Γαδαρηνών.
Ο ευαγγελιστής Ματθαίος διηγείται ότι έφεραν στον Χριστό έναν παράλυτο, ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι. Ο Ιησούς όταν είδε την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Έχε θάρρος παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Και μερικοί απ’ τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Αυτός βλασφημεί». Ο Κύριος επειδή κατάλαβε τις σκέψεις τους είπε: «Γιατί σκέφτεστε πονηρά μέσα στην καρδιά σας; Τι είναι ευκολότερο να πω; Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες; Ή να πω σήκω πάνω και περπάτα; Αλλά για να μάθετε ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες στη γη», τότε λέει στον παράλυτο: «Σήκω πάνω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Αυτός σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Όταν είδε αυτό ο κόσμος θαύμασε και δόξασε τον Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.
Οι ευαγγελιστές Μάρκος και ο Λουκάς για το ίδιο θαύμα κάνουν λόγο επιπλέον για το σπίτι και το μεγάλο πλήθος ανθρώπων όπου κήρυττε ο Χριστός. Αναφέρουν τέσσερις συνοδούς και επίσης την εξόρυξη της στέγης ώστε να γίνει εύκολη η πρόσβαση του παραλύτου μπροστά στον Χριστό. Στη φράση του Ευαγγελιστού «ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών» πρέπει να πούμε πως συμπεριλαμβάνεται και η πίστη του ιδίου του παραλύτου, αφού ο Ιησούς τον προσφωνεί «τέκνον». Το «θάρσει» εκφράζει το παρήγορο μήνυμα του Κυρίου προς τους ασθενείς, με το οποίο αναγγέλλεται το τέλος των συμφορών τους.
Μας κάνει εντύπωση το ότι στον σωματικά ασθενή άνθρωπο ο Χριστός μας λέγει «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Εδώ τίθεται το θέμα των σχέσεων αμαρτίας και ασθενείας. Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι η αμαρτία που εισήλθε στον κόσμο διά του Αδάμ, σαν επανάσταση του δημιουργήματος κατά του δημιουργού, έφερε ως αποτέλεσμα την ασθένεια, τη φθορά και τον θάνατο. Η ασθένεια λοιπόν αποτελεί σύμπτωμα της αμαρτωλής αυτής κατάστασης. Όχι βέβαια με την έννοια ότι κάθε ασθένεια του ανθρώπου είναι συνέπεια συγκεκριμένου προσωπικού αμαρτήματος, αλλά με τη γενικότερη έννοια ότι η ασθένεια δείχνει τη φθορά της ανθρωπότητας και την υποταγή της στη δύναμη του κακού. Ο Χριστός μας πουθενά στο Ευαγγέλιο δεν μιλάει θεωρητικά για την ουσία, την προέλευση ή τις οδυνηρές συνέπειες της αμαρτίας, αλλά την προϋποθέτει ως πραγματικότητα μέσα στην οποία συναντάει ο Θεός τον άνθρωπο, και τον λυτρώνει απ’ αυτήν.
Ο Μεσσίας ήλθε στον κόσμο για να καταργηθεί η αμαρτία με όλες τις συνέπειές της. Γι’ αυτό και παρουσιάζεται σε όλα τα ιερά κείμενα ως ο «αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» και «καταλύων τα έργα του διαβόλου». Τα θαύματα του Κυρίου μας που αφηγούνται οι ιεροί ευαγγελιστές, και κυρίως ο Ματθαίος, εκφράζουν αυτήν ακριβώς τη νίκη του Θεού και την αρχή μιας νέας εποχής Χάριτος και σωτηρίας.
Η αυθεντική φράση, όμως, του Χριστού προς τον ασθενή ότι του συγχωρούνται οι αμαρτίες εκλαμβάνεται από τους παριστάμενους γραμματείς σαν βλασφημία. Και τούτο γιατί δεν δέχονται την μεσσιανική ιδιότητα και εξουσία του Χριστού. Ο Ιησούς όμως αντιλαμβάνεται τις σκέψεις τους, τους ελέγχει για τους πονηρούς λογισμούς τους και ερωτά τι θεωρούν ευκολότερο έργο· τη συγχώρεση των αμαρτιών ή τη θεραπεία της σωματικής ασθένειας; Σίγουρα οι άνθρωποι θεωρούν δυσκολότερο το δεύτερο, και ευκολότερο το πρώτο. Ο Κύριος όμως, βλέποντας την ενότητα αιτίου και αποτελέσματος πρώτα καταπολεμεί την αιτία και μετά το ορατό σύμπτωμα. Ως υιός του ανθρώπου έχει τη θεϊκή εξουσία και διατάσσει τον παράλυτο να σηκώσει το κρεβάτι του και να πάει στο σπίτι του.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η θεραπεία περιγράφεται σε έναν μόνο στίχο, αυτόν που καταγράφει ο ευαγγελιστής. Εκείνο όμως που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι η απάντηση του Ιησού στους διαλογισμούς των γραμματέων και η δήλωση της εξουσίας του να συγχωρεί αμαρτίες. Ο «υιός του ανθρώπου» δεν είναι μόνον εκείνος που πρόκειται να υποστεί το Πάθος, ή αυτός που πρόκειται να έλθει εν δόξη για να κρίνει τους ανθρώπους, αλλά είναι και αυτός που τώρα ενεργεί ανάμεσα σ’ αυτούς και θεμελιώνει την Εκκλησία. Ο τελικός στίχος ότι οι άνθρωποι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι η Εκκλησία μας έχει την εξουσία στο να συγχωρεί αμαρτίες και αυτό προέρχεται από τον ιδρυτή της, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι:
- Πρώτον, το κράτος της αμαρτίας με όλες τις συνέπειές της έχει καταργηθεί διά του Ιησού Χριστού. Εάν ακόμα εξακολουθεί να επηρεάζει τους ανθρώπους, αυτό συμβαίνει γιατί ο παλαιός άνθρωπος, ο «φθειρόμενος κατά τας επιθυμίας της απάτης» υφίσταται ακόμη, και μόνο μέσα στην Εκκλησία γίνεται νέος, «ανακαινούμενος κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν». Αυτό εξάλλου τονίζει και ο αθάνατος Παύλος, μιλώντας για καινούργια ζωή και γράφοντας στους Ρωμαίους, ότι «ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία». Η Εκκλησία μας δίνει τη δυνατότητα αποφυγής της αμαρτίας αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, πάλι η Εκκλησία μας έχει την εξουσία της συγχωρήσεως των αμαρτιών.
- Δεύτερον, η πίστη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία. Ο πιστός άνθρωπος γίνεται βοηθός στο έργο αυτό και για τους άλλους ανθρώπους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος σήμερα επαινεί την πίστη των ανθρώπων, και του παραλυτικού, πριν τον θεραπεύσει. Η αληθινή πίστη ξεπερνά τα όρια του ατόμου και επεκτείνεται στο κοινωνικό σύνολο, μεταβάλλοντας το άτομο σε πρόσωπο, που συναντά το άλλο ανθρώπινο πρόσωπο με σεβασμό και αγάπη. Έτσι η πίστη που ενεργείται «δι’ αγάπης» οδηγεί με το έλεος του Κυρίου στη σωτηρία μας.
Αμήν.








